17Ιουνίου2013
Κατηγορια: Άνθρωποι

Το Γράμμα

Οι κουρτίνες τον κρύβουν. Τον στεφανώνει το περίγραμμά του. Ένα μπράτσο που κάτι τραβάει, ο λαιμός που γέρνει μονόπατα, το κεφάλι του που ανεβοκατεβαίνει τρώγοντας, τα ακροδάχτυλα καθώς μαζεύουν μικρούς σβόλους ψωμιού από το τραπέζι.

Οι κουρτίνες δείχνουν αυτό που πρέπει. Εκείνη τις διάλεξε· μεταξωτές, κρασάτες, να σέρνονται στο πάτωμα, να μην αφήνουν περιθώρια.

Εδώ και ώρα δεν της μιλάει, μόνο τρώει. Οι μασέλες του ακολουθούν έναν στακάτο ρυθμό που την φοβίζει. Ένα παράξενο πράγμα: σήμερα όλα την φοβίζουν.

Τι υπάρχει στο δίπλα δωμάτιο; Τι μπορεί να εμφανιστεί από ώρα σε ώρα; Γιατί δεν χτυπάει το τηλέφωνο να σπάσει την μονοτονία της σιωπής;

Το γράμμα στα χέρια της που το έχει κάνει μπαλάκι ιδρωμένο.

Αυτό το φοβάται περισσότερο από όλα.

Δεν του λέει τίποτα, μα πρέπει να του πει.

Τώρα… όχι, άσε να καταπιεί κι αυτή την μπουκιά. Να, τώρα… όχι κοιτάζει τα παπούτσια του λες και δεν είναι δικά του. Ίσως… αυτή τη στιγμή, αλλά σκύβει ξανά στο πιάτο του και τρώει.

Της το έφερε το πρωί ο ταχυδρόμος. Το άνοιξε, το διάβασε, μούλιασαν οι λέξεις μέσα της, κατάπιε όλα τα νοήματα, τις πληροφορίες. Τότε έγινε, έτσι ακριβώς,

Θέλει να του μιλήσει, αλλά δεν ξέρει τον τρόπο· με τον καιρό ξέμαθε. Δεν της έρχεται.

Να του πει «ήρθε ένα γράμμα».

Όχι, δεν είναι σωστό έτσι.

«Το παιδί, ξέρεις, το παιδί…»

Έτσι, θα τον βάλει σε σκέψεις. Θα αρχίσει τις ερωτήσεις και εκείνη δεν θα ξέρει τι να του απαντήσει και το μυαλό της θα μυρμηγκιάσει και το αίμα της θα κόψει σαν γάλα έξω από το ψυγείο.

Όχι, όχι.

Γι’ αυτό δεν του λέει τίποτα. Γι’ αυτό σφίγγει το γράμμα που έχει πάρει το σχήμα της παλάμης της.

«Είναι σίγουρα για’ μας;» ρώτησε τον ταχυδρόμο

Της έδειξε το όνομα.

Συγκατένευσε.

Και τώρα το έχει στα χέρια της κι εκείνος είναι απέναντί της και δεν μιλάει και δεν σκέφτεται ότι υπάρχει κάτι πέρα από το πιάτο του και τα ξένα παπούτσια του.

Πόσο καιρό λείπει το παιδί; Πότε ήταν η τελευταία φορά που μας πήρε τηλέφωνο; Θυμάσαι την τραγουδιστή φωνή του στο τηλέφωνο; Η γραμμή δεν ήταν πολύ καλή, αλλά…

Τίποτα δεν θυμάται από όλα αυτά. Ο χρόνος έχει αποκτήσει δική του οντότητα· επιθετική. Η μνήμη αμύνεται να κρατήσει τα συμφραζόμενα. Στο ενδιάμεσο αυτή να νοιώθει έρμαιο στην υγρή ραστώνη της κουζίνας.

Γύρισε στο σαλόνι και διάβασε μια μια τις αράδες. Τα μάτια της πάλευαν να περάσουν στην επόμενη αράδα, θα προλάβουν να διαβάσουν τα πάντα, να κυκλώσουν τα νοήματα. Και μετά τίποτα. Δεν είχε που να προχωρήσει. Και τώρα το ίδιο. Αν κάποιος την σήκωνε από την καρέκλα της δεν θα ήξερε που να πάει και πώς να περπατήσει.

Για πρώτη φορά σηκώνει το κεφάλι του και την κοιτάζει.

«Θέλεις κάτι;» την ρωτάει αδιάφορα.

Αφήνει το χάρτινο μπαλάκι να κυλήσει στο τραπέζι.

Να κυλήσει και να σταματήσει στη μέση.

Στρέφει το κεφάλι της στην κουρτίνα.

Σκέφτεται πως αυτό που την τρομάζει περισσότερο είναι οι μεταξωτές κρασάτες κουρτίνες.

Δεν αφήνουν περιθώρια.

Δεν δείχνουν· σκιαγραφούν.

Όμως οι σκιές έχουν πάψει να υπάρχουν σ’ αυτό το σπίτι, έτσι στο τέλος δεν δείχνουν τίποτα.

Κι αυτό την τρομάζει.

 

 

Διονύσης Μαρίνος
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι δημοσιογράφος και καμιά φορά γράφει μόνος του βιβλία. Έχει εκδώσει τα «Χαμένα Κορμιά» (εκδ. Τετράγωνο, 2011) και την «Τελευταία Πόλη» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2012). Δημοσιεύει κριτικές βιβλίου στο diavasame.gr.

 

Καντε ενα Σχολιο

Το μηνυμα σας.

Ποιος ειστε?

Ad Block Detected

We noticed that you are using an adblocking software.
We rely on ads in order to provide you
this free tool & to operate this website.
We would appreciate it very much if you whitelist our
website in your AdBlocker.